WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ιεράς

adjective

ιεράςΘηλυκό του «ιερός»: που είναι άγια ή σχετική με τη θρησκεία.

Daily Puzzle #423 · 16 Αυγούστου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα