inˈði.a
ΕτυμολογίαΙνδία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ἰνδία < Ἰνδός + -ία < αρχαία περσική 𐏃𐎡𐎯𐎢𐏁 (hindu: Ινδία) < σανσκριτική सिन्धु (síndhu: ποταμός, ο Ινδός ποταμός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱiesdʰ- (φεύγω, απομακρύνομαι)
- κράτος της νότιας Ασίας με πρωτεύουσα το Νέο Δελχί και νόμισμα την ρουπία
ΤύποιΙνδία(singular, nominative) · Ινδίες(nominative, plural) · Ινδίας(genitive, singular) · Ινδιών(genitive, plural) · Ινδία(accusative, singular) · Ινδίες(accusative, plural) · Ινδία(singular, vocative) · Ινδίες(vocative, plural) · Ινδία(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό