Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΙΣΧΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ισχνέ
adjective
ισχνέ
—
Πολύ αδύνατος, λεπτός στο σώμα (κλητική του «ισχνός»).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1470 · 28 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις