Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΑΖΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κάζου
κάζου
—
γενική ενικού του κάζο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Κάζου < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του κάζο
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
κάζου
(neuter)
·
Κάζου
(feminine)
·
Kazou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1680 · 24 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις