Originκάλμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική calma < υστερολατινική cauma < αρχαία ελληνική καῦμα < καίω (αντιδάνειο)
- νηνεμία
- figurativelyαταραξία, ηρεμία
- απραξία, αδράνεια
Formsκάλμα(singular, nominative) · κάλμες(nominative, plural) · κάλμας(genitive, singular) · κάλμα(accusative, singular) · κάλμες(accusative, plural) · κάλμα(singular, vocative) · κάλμες(vocative, plural) · κάλμα(feminine)