Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΑΜΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κάμει
verb
κάμει
—
Τρίτο ενικό του «κάνω»: κάνει, πραγματοποιεί ή εκτελεί κάτι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1679 · 23 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις