WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κάψει

ρήμα

κάψειΘα κάψει: θα προκαλέσει φωτιά ή θα κάνει κάτι να καεί.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1428 · 17 Μαΐου 2025
·Archive
No comments yet