Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΑΨΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κάψει
verb
κάψει
—
Θα κάψει: θα προκαλέσει φωτιά ή θα κάνει κάτι να καεί.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καίω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
θα κάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 25
#64 · 13 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 30
#32 · 12 Μαΐου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 14
#15 · 25 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#1428 · 17 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις