Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κάψει
ρήμα
κάψει
—
Θα κάψει: θα προκαλέσει φωτιά ή θα κάνει κάτι να καεί.
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#1428 · 17 Μαΐου 2025
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καίω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
θα κάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0