ˈceɾ.ma
Ετυμολογίακέρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέρμα
- μικρό κομμάτι
- μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
- broadlyμικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών
Τύποικέρμα(singular, nominative) · κέρματα(nominative, plural) · κέρματος(genitive, singular) · κερμάτων(genitive, plural) · κέρμα(accusative, singular) · κέρματα(accusative, plural) · κέρμα(singular, vocative) · κέρματα(vocative, plural) · κέρμα(neuter)