ˈki.sa
Originκίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κίσσα
- αποδημητικό πτηνό, του είδους Garrulus glandarius της οικογένειας των Κορακιδών, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής
Formsκίσσα(singular, nominative) · κίσσες(nominative, plural) · κίσσας(genitive, singular) · κισσών(genitive, plural) · κίσσα(accusative, singular) · κίσσες(accusative, plural) · κίσσα(singular, vocative) · κίσσες(vocative, plural) · κίσσα(feminine) · Κίσσα(feminine) · Κίσσας(masculine) · Kissa(transliteration, Latin)