WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κίσσα

κίσσααποδημητικό πτηνό, του είδους Garrulus glandarius της οικογένειας των Κορακιδών, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής

Wiktionary →
Daily Puzzle #239 · 13 Φεβρουαρίου 2022
·Archive
No comments yet