kaˈka.o
Originκακάο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cacao < γαλλική cacao < ισπανική cacao < νάουατλ cacahuatl (κόκκος κακάου)
- η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
“※ Καθώς μειώνεται η παραγωγή κακάου, σε 20 χρόνια η σοκολάτα μπορεί να κοστίζει πάνω από 2.000 ευρώ το κιλό (* εφημερίδα Το Βήμα)”
- το ρόφημα που φτιάχνουμε με βασικό συστατικό την παραπάνω σκόνη
- broadlyτο κακαόδεντρο
Formsκακάο(invariable, neuter) · κακάου(genitive)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0