Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΑΚΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κακού
κακού
—
γενική ενικού του κακός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Κακού < γενική ενικού του αρσενικού Κακός
adj
genitive, singular
γενική ενικού του κακός
genitive, singular
γενική ενικού του κακό
name
γυναικείο όνομα
γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κακός)
Τύποι
Κακού
(feminine)
·
Kakou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1765 · 19 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις