Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΑΛΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
καλού
καλού
—
γενική ενικού του καλό
Βικιλεξικό →
Λεξικό
kaˈlu
Ετυμολογία
Καλού < γενική ενικού του αρσενικού Καλός
adj
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καλός
noun
γενική ενικού του καλό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
καλού
(neuter)
·
Καλού
(feminine)
·
Καλός
(masculine)
·
Kalou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#310 · 25 Απριλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις