kaˈlos
Ετυμολογίακαλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καλός (όμορφος)
- ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοηθά τους άλλους ανθρώπους, που συγχωρεί εύκολα και επιδιώκει το καλύτερο για όλους
“Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (τίτλος ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε, του 1966)”
“Καλέ μου άνθρωπε!!! (ειρωνικά)”
- που υπερτερεί σε κάτι, είναι ανώτερος από άλλους ομοίους του, ξεχωρίζει θετικά σε κάτι συγκεκριμένο, που είναι κατηρτισμένος, ασκεί ένα επάγγελμα αποτελεσματικά κ.ο.κ.
“ο καλός μαθητής, ο καλός δάσκαλος, ο καλός γιατρός, ο καλός υδραυλικός, ο καλός στα αρχαία/μαθηματικά, η καλή μαγείρισα”
“Ο καλός Γερμανός (βιβλίο του Τζόζεφ Κότον)”
“είναι από καλή οικογένεια (ανώτερη οικονομικά ή ηθικά)”
- ο όμορφος, που σχετίζεται με το κάλλος, την ωραιότητα ή την ωραιοποίηση
- ο ικανοποιητικός, ο κατάλληλος για κάτι, που αξίζει τα λεφτά του, το χρόνο που του επενδύει κάποιος, που το συνιστά κάποιος θετικά
“Διάβασα ένα καλό βιβλίο, Είδα ένα καλό έργο στο σινεμά, Βρήκα ένα καλό ξενοδοχείο, Καλό αμάξι για ταξίδια, Είναι καλή εποχή για ψάρεμα”
- ironicόταν κάποιος κάνει κάτι κακό ή όταν γενικά είναι κακός
“Είδες τι πήγε κι έκανε η καλή σου;”
- προορισμένος να χρησιμοποιείται ή να φοριέται σε εξαιρετικές περιστάσεις
“※ Η Μαρία φόρεσε το καλό της φουστάνι, διάλεξε ένα καπέλο απ' αυτά που της είχαν απομείνει και ξεκίνησε γι' απέναντι. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)”
Τύποικαλός(masculine, singular, nominative) · καλή(singular, feminine, nominative) · καλό(singular, nominative, neuter) · καλού(masculine, genitive, singular) · καλής(genitive, singular, feminine) · καλού(genitive, singular, neuter) · καλό(accusative, masculine, singular) · καλή(accusative, singular, feminine) · καλό(accusative, singular, neuter) · καλέ(masculine, singular, vocative) · καλή(singular, feminine, vocative) · καλό(singular, vocative, neuter) · καλοί(masculine, nominative, plural) · καλές(feminine, nominative, plural) · καλά(nominative, neuter, plural) · καλών(masculine, genitive, plural) · καλών(genitive, feminine, plural) · καλών(genitive, neuter, plural) · καλούς(accusative, masculine, plural) · καλές(accusative, feminine, plural)