ΕτυμολογίαΚαμέα < γενική ενικού του αρσενικού Καμέας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καμέας
- accusative, genitive, singular, vocativeγενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καμέας
ΤύποιΚαμέα(invariable, feminine) · Kamea(transliteration, Latin) · Καμέα(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό