Originκαμπή < αρχαία ελληνική καμπή < κάμπτω
- το σημείο στο οποίο μία γραμμή κάμπτεται, καμπυλώνεται και αλλάζει διεύθυνση
- figurativelyκρίσιμη χρονική περίοδος κατά την οποία επέρχονται σημαντικές αλλαγές
“Στο ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει;», μόνο ο Αμλετ (και όσοι σε κάποια καμπή του βίου τους παίρνουν αμλέτειες διαδρομές) έβλεπε δυνατές και λογικές και τις δύο απαντήσεις, την καταφατική και την α”
Formsκαμπή(singular, nominative) · καμπές(nominative, plural) · καμπής(genitive, singular) · καμπών(genitive, plural) · καμπή(accusative, singular) · καμπές(accusative, plural) · καμπή(singular, vocative) · καμπές(vocative, plural) · καμπή(feminine)