WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

καπνό

noun

καπνόΟ καπνός είναι ο γκρίζος αέρας/ατμός που βγαίνει από φωτιά ή από τσιγάρο.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 21 #36 · 16 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 18 #31 · 11 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1086 · 9 Ιουνίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα