kaˈɾi.a
OriginΚαρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Καρία
- αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία
“※ Και για τον ίδιο τον Νείλο άλλωστε πίστευαν οι αρχαίοι ότι αποτελούσε απόληξη του Ευφράτη, που εξαφανιζόταν σε ένα έλος κι ύστερα εμφανιζόταν πάνω από την Αιθιοπία. Μα και για τον Μαίανδρο ποταμό, α” — Παντελής Μπουκάλας, Ο Νείλος, ο Ινωπός ποταμός και ο Σήφης, Η Καθημερινή, 5 Απριλίου 2015
FormsΚαρία(singular, nominative) · Καρίας(genitive, singular) · Καρία(accusative, singular) · Καρία(singular, vocative) · Καρία(feminine, singular-only)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0