kaɾˈfi
Ετυμολογίακαρφί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρφίον, καρφίν < ελληνιστική κοινή καρφίον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική κάρφος
- αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο
- figurativelyυπονοούμενο, μπηχτή
- figurativelyκαταδότης
- η ευθύγραμμη βολή που εκτελείται με δύναμη από το ύψος του φιλέ
- ευθύγραμμη πορεία, ολόισια
“Από κει και πέρα ο δρόμος συνεχίζει καρφί για την Αθήνα.”
- πορεία χωρίς στάσεις
“Μετά από μια σύντομη στάση συνεχίσαμε καρφί για την Αθήνα.”
Τύποικαρφί(singular, nominative) · καρφιά(nominative, plural) · καρφιού(genitive, singular) · καρφιών(genitive, plural) · καρφί(accusative, singular) · καρφιά(accusative, plural) · καρφί(singular, vocative) · καρφιά(vocative, plural) · καρφί(neuter)