Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΕΝΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κενών
adjective
κενών
—
Τύπος του «κενός»: που δεν έχει μέσα τίποτα, άδειος.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του κενός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του κενή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του κενό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#470 · 2 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις