A word examined

κεφίρ

noun
5 letters·Ελληνικά
noun

κεφίρσυμβιωτικό μείγμα μικροοργανισμών σε μορφή κόκκων ή σπόρων

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα