WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κλάσω

ρήμα

κλάσωΚλάνω· βγάζω αέρια από το έντερο από τον πρωκτό (κάνω πορδή).

Wiktionary →
Daily Puzzle #100 · 27 Σεπτεμβρίου 2021
·Archive
No comments yet