Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΛΆΣΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κλάσω
5 letters
·
Ελληνικά
verb
κλάσω
—
Κλάνω· βγάζω αέρια από το έντερο από τον πρωκτό (κάνω πορδή).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
θα κλάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλάνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#100 · 27 Σεπτεμβρίου 2021
Previous word
#99 · άσοφα
Next word
#101 · κυφής
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις