Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κλάσω
ρήμα
κλάσω
—
Κλάνω· βγάζω αέρια από το έντερο από τον πρωκτό (κάνω πορδή).
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
θα κλάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλάνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#100 · 27 Σεπτεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment