ˈkli.si
Originκλήση < αρχαία ελληνική κλῆσις
- η πράξη του καλώ
- το έγγραφο που λαμβάνει κάποιος από κάποια αρχή ή δημόσια υπηρεσία, ώστε να προσέλθει σε αυτήν
“(ειδικότερα) το νομικό έγγραφο με το οποίο καλούνται, μια συγκεκριμένη μέρα και ώρα, ενώπιον του δικαστηρίου ή του ανακριτή, οι μάρτυρες για κατάθεση ή οι κατηγορούμενοι για απολογία ή για δίκη”
“(ειδικότερα) το έγγραφο της τροχαίας που λαμβάνει κάποιος, όταν έχει παραβεί κάποιον κανόνα οδικής κυκλοφορίας, με το οποίο καλείται να καταβάλει ένα πρόστιμο”
- το ηχητικό ή φωτεινό σήμα μιας συσκευής επικοινωνίας που ενημερώνει τον χρήστη ή το χειριστή του να απαντήσει
- figurativelyτο μήνυμα που μεταβιβάζεται σε κάποια υπηρεσία ή αρχή, προκειμένου να επέμβει ή να βοηθήσει
- η εντολή σε πρόγραμμα που καλεί για εκτέλεση ένα υποπρόγραμμα (ή συνάρτηση), διαβιβάζει σε αυτό τις πραγματικές παραμέτρους και αναλαμβάνει την εκτέλεσή του η κεντρική μονάδα επεξεργασίας
Formsκλήση(singular, nominative) · κλήσεις(nominative, plural) · κλήσης(genitive, singular) · κλήσεων(genitive, plural) · κλήση(accusative, singular) · κλήσεις(accusative, plural) · κλήση(singular, vocative) · κλήσεις(vocative, plural) · κλήση(feminine)