kloˈpi
Ετυμολογίακλοπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλοπή < θέμα κλοπ- από το κλέπτω
- η ενέργεια του κλέβω, αφαίρεση πράγματος που δε μας ανήκει
“Η κλοπή των κοσμημάτων παρέμεινε μυστήριο: ο κλέφτης δε βρέθηκε ποτέ.”
“※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και ”
Τύποικλοπή(singular, nominative) · κλοπές(nominative, plural) · κλοπής(genitive, singular) · κλοπών(genitive, plural) · κλοπή(accusative, singular) · κλοπές(accusative, plural) · κλοπή(singular, vocative) · κλοπές(vocative, plural) · κλοπή(feminine)