WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κλωθώ

5 letters·Ελληνικά
verb

κλωθώ—Γνέθω, δηλαδή φτιάχνω νήμα στρίβοντας ίνες (π.χ. μαλλί ή βαμβάκι).

Daily Puzzle #1025 · 9 Απριλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα