ˈklo.sa
Ετυμολογίακλώσα < μεσαιωνική ελληνική *κλῶσσα όπως στο κλωσσόπουλον με ορθογραφική απλοποίηση των δύο ⟨σσ⟩ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλῶσσα < κλώσσω (αναδρομικός σχηματισμός) → δείτε και τη λέξη κλώζω
- κότα με νεοσσούς ή που κλωσσάει τα αβγά της
- β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος κλωσάω
Τύποικλώσα(singular, nominative) · κλώσες(nominative, plural) · κλώσας(genitive, singular) · κλωσών(genitive, plural) · κλώσα(accusative, singular) · κλώσες(accusative, plural) · κλώσα(singular, vocative) · κλώσες(vocative, plural) · κλώσα(feminine)