A WORD EXAMINED

κνήμη

a portrait in meaning space

κνήμητο τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο)

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα