Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΑΞΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κοάξω
κοάξω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
θα κοάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοάζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1469 · 27 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις