Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΙΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κοιτά
verb
κοιτά
—
Προστακτική του «κοιτάω»: στρέψε το βλέμμα σου/δες κάτι, πρόσεξε.
Appeared In
Daily Puzzle
#43 · 1 Αυγούστου 2021
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις