Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΙΤΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κοιτώ
verb
κοιτώ
—
Κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
κοιτώ < κοιτ(άζω) + μεταπλασμός σε -ώ
verb
άλλη μορφή του κοιτάω & κοιτάζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 16
#22 · 2 Μαΐου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#6 · 16 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#1757 · 11 Απριλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 6
#1 · 11 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 27
#1 · 11 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις