Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΙΤΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κοιτώ
verb
κοιτώ
—
Κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
κοιτώ < κοιτ(άζω) + μεταπλασμός σε -ώ
verb
άλλη μορφή του κοιτάω & κοιτάζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Quordle
Πλέγμα 4
#108 · 27 Ιουλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 5
#62 · 11 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 27
#52 · 1 Ιουνίου 2026
Octordle
Πλέγμα 8
#49 · 29 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 31
#39 · 19 Μαΐου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 1
#37 · 17 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 16
#22 · 2 Μαΐου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#6 · 16 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#1757 · 11 Απριλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 6
#1 · 11 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 27
#1 · 11 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις