Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΝΤΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κοντέ
κοντέ
—
κλητική ενικού του κοντός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Κοντέ < → λείπει η ετυμολογία
adj
singular, vocative
κλητική ενικού του κοντός
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
Κοντέ
(masculine, feminine)
·
Konte
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#106 · 3 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις