WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κοριό

noun

κοριόΜικρό παρασιτικό έντομο που ζει σε στρώματα/κρεβάτια και τσιμπάει ανθρώπους.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1406 · 25 Απριλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα