koɾˈfi
Originκορφή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορφή < αρχαία ελληνική κορυφή με συγκοπή του [i] ανάμεσα σε δύο σύμφωνα. Δείτε και το νεοελληνικό κορυφή
- familiarάλλη μορφή του κορυφή
- especiallyη άκρη βλαστού όταν είναι τρυφερή
- especiallyο αφρός στο επάνω μέρος
“το καϊμάκι, το αφρόγαλα”
Formsκορφή(singular, nominative) · κορφές(nominative, plural) · κορφής(genitive, singular) · κορφών(genitive, plural) · κορφή(accusative, singular) · κορφές(accusative, plural) · κορφή(singular, vocative) · κορφές(vocative, plural) · κορφή(feminine)