WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κορφή

ουσιαστικό

κορφήΗ κορυφή ή το ψηλότερο σημείο ενός βουνού ή άλλου πράγματος.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1110 · 3 Ιουλίου 2024
·Archive
No comments yet