Originκουνώ < μεσαιωνική ελληνική κουνώ < αρχαία ελληνική κινέω/ κινῶ
- transitiveαλλάζω θέση, μετακινώ, μεταθέτω, μετατοπίζω
“ποιος κούνησε το βάζο από τη θέση του;”
“είναι αυτός που κουνάει τα χέρια του”
“κούνα λίγο πιο πέρα το αυτοκίνητό σου να χωρέσω”
- transitiveαλλάζω θέση με συνεχή παλινδρομικό τρόπο, ταλαντεύω
“ο αέρας κουνάει τα κλαδιά του δέντρου”
- intransitiveαλλάζω θέση ως προς κάποιο άξονα που με διαπερνάει, ταλαντεύομαι
“το πλοίο κουνάει πολύ”
“η ξύλινη σκάλα ήταν παλιά και κούναγε όταν την ανέβαινες”
“η καρέκλα αυτή κουνάει, μου φέρνετε μιαν άλλη;”
Formsκουνώ(intransitive, transitive)