kuˈti
ΕτυμολογίαΚουτή < γενική ενικού του αρσενικού Κουτής
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτός
ΤύποιΚουτή(feminine) · Κουτής(masculine) · Kouti(transliteration, Latin)