kuˈti
Ετυμολογίακουτί <
# μεσαιωνική ελληνική κυτίον < αρχαία ελληνική κύτος
# (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική box
- κάθε αντικείμενο με επίπεδη βάση και άνοιγμα, πάνω από τη βάση, με ή χωρίς καπάκι, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τοποθετούμε πράγματα
- τετράγωνο που προορίζεται για συμπλήρωση
Τύποικουτί(singular, nominative) · κουτιά(nominative, plural) · κουτιού(genitive, singular) · κουτιών(genitive, plural) · κουτί(accusative, singular) · κουτιά(accusative, plural) · κουτί(singular, vocative) · κουτιά(vocative, plural) · κουτί(neuter)