WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κρέπα

noun

κρέπαΛεπτή τηγανίτα από χυλό (συνήθως με γάλα/αυγά), που τρώγεται γλυκιά ή αλμυρή.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #812 · 9 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα