ˈkɾe.pa
Originκρέπα < γαλλική crêpe < παλαιά γαλλική crespe < λατινική crispus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κάμπτω, λυγίζω, γυρίζω)
- , (ζαχαροπλαστική) ψημένη πίτα ιδιαίτερα λεπτή που αμέσως μετά την παρασκευή της διπλώνεται είτε σε ρολό είτε τριγωνικά, με διάφορα είδη γέμισης (γλυκιάς ή αλμυρής)
Formsκρέπα(singular, nominative) · κρέπες(nominative, plural) · κρέπας(genitive, singular) · κρεπών(genitive, plural) · κρέπα(accusative, singular) · κρέπες(accusative, plural) · κρέπα(singular, vocative) · κρέπες(vocative, plural) · κρέπα(feminine) · Κρέπα(feminine) · Κρέπας(masculine) · Krepa(transliteration, Latin)