Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΡΙΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κρίνα
κρίνα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Κρίνα < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
name
diminutive
γυναικείο όνομα
Τύποι
κρίνα
(neuter)
·
Κρίνα
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1413 · 2 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις