A word examined

κρίνο

5 letters·Ελληνικά

κρίνο—ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα