ˈkɾi.no
Ετυμολογίακρίνο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρίνον
- ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
“※ Πού `σαι όμορφη Αθήνα
που ανθίζανε τα κρίνα
κι οι μικρές με κρινολίνα
βγαίνανε στις γειτονιές.” — Η μοντέρνα η Αθήνα, στίχοι: Ναπολέων Ελευθερίου, μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας, 1969· α΄ ερμηνεία: Δούκισσα
“άλλες μορφές: κρίνος”
- το λουλούδι του φυτού αυτού
“※ Αθήνα Αθήνα
Χαρά της γης
και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.” — Αθήνα, στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, 1961· α΄ ερμηνεία: Στέλιος Καζαντζίδης
- αιτιατική ενικού του κρίνος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποικρίνο(singular, nominative) · κρίνα(nominative, plural) · κρίνου(genitive, singular) · κρίνων(genitive, plural) · κρίνο(accusative, singular) · κρίνα(accusative, plural) · κρίνο(singular, vocative) · κρίνα(vocative, plural) · κρίνο(neuter) · κρίνο(masculine) · Κρίνο(masculine, feminine) · Krino(transliteration, Latin)