Ετυμολογίακρατώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρατῶ, συνηρημένος τύπος του κρατέω < κράτος
- έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
“κρατάω το σχοινί”
“κρατάω αρκετά χρήματα”
“κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)”
- figurativelyαντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ
“κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου”
“το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη”
“η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα”
- διαρκώ
“πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;”
- κατάγομαι
“η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη”
- επικρατώ, κυριαρχώ
“αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)”
“η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη”
Τύποικράτησα(aorist) · κρατιέμαι(passive) · κρατούμαι(passive) · κρατήθηκα(passive, aorist) · κρατημένος(passive, participle) · κρατάω(present, first-person, singular) · κρατώ(present, first-person, singular) · κρατούσα(imperfect, first-person, singular) · θα κρατάω(future, imperfect, first-person, singular) · θα κρατώ(future, imperfect, first-person, singular) · να κρατάω(subjunctive, first-person, singular) · να κρατώ(subjunctive, first-person, singular) · κρατώντας(participle) · κρατάς(present, second-person, singular) · κρατείς(present, second-person, singular) · κρατούσες(imperfect, second-person, singular) · θα κρατάς(future, imperfect, second-person, singular) · θα κρατείς(future, imperfect, second-person, singular) · να κρατάς(subjunctive, second-person, singular) · να κρατείς(subjunctive, second-person, singular)