Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΡΥΨΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κρύψω
κρύψω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
θα κρύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#414 · 7 Αυγούστου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις