Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κρύψω
κρύψω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
θα κρύψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρύβω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Duotrigordle
Board 19
#3 · 13 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#414 · 7 Αυγούστου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment