Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΥΡΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κυρτά
κυρτά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός
Wiktionary →
Λεξικό
Ετυμολογία
κυρτά < κυρτός + -ά
adv
με κυρτό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Appeared In
Daily Puzzle
#202 · 7 Ιανουαρίου 2022
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις