Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΥΡΤΆ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κυρτά
5 letters
·
Ελληνικά
κυρτά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
κυρτά < κυρτός + -ά
adv
με κυρτό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#202 · 7 Ιανουαρίου 2022
Previous word
#201 · εχτρέ
Next word
#203 · γάζες
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις