WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κωφές

adjective

κωφέςΠου δεν ακούει ή έχει πολύ μειωμένη ακοή· κουφός.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #938 · 13 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα