ˈko.ma
Ετυμολογίακόμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόμμα (κομμένο κομμάτι) < αρχαία ελληνική κόμμα (σφραγίδα σε νόμισμα) < κόπτω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parti
:* για το σημείο στίξης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόμμα (μέλος πρότασης), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική virgule < λατινική virgula (κλαδάκι) (υστερολατινικά: τονικό σημάδι)
- συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους, ή ενός διακρατικού συστήματος (όπως λ.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση), όπου λειτουργούν ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
- σημείο στίξης το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
“σύμβολο: ,”
“Δείτε τους κανόνες για το κόμμα στο Παράρτημα:Γραμματική”
- η υποδιαστολή
- το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), ιδιαίτερα σε κείμενα προσκείμενων σε αυτό
“η αναφορά στο «Κόμμα» (με κεφαλαίο Κ), αφορά το ΚΚΕ”
“※ Αμέσως μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνηση των νέων περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, το Κόμμα καλύτερα προετοιμασμένο από την προηγούμενη φορά, αναπροσάρμοσε τη δράση του χωρ”
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόμμας
- χωριό της Φθιώτιδας
Τύποικόμμα(singular, nominative) · κόμματα(nominative, plural) · κόμματος(genitive, singular) · κομμάτων(genitive, plural) · κόμμα(accusative, singular) · κόμματα(accusative, plural) · κόμμα(singular, vocative) · κόμματα(vocative, plural) · κόμμα(neuter) · Κόμμα(invariable, feminine) · Комма(transliteration, Cyrillic) · Komma(transliteration, Latin) · Κόμμα(neuter) · Κόμμα(singular, nominative) · Κόμματος(genitive, singular) · Κόμμα(accusative, singular) · Κόμμα(singular, vocative)