A word examined

κόμμι

noun
5 letters·Ελληνικά
noun

κόμμικαιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα