A WORD EXAMINED

κόμμι

noun — a portrait in meaning space
noun

κόμμικαιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα