ˈko.mi
Ετυμολογίακόμμι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμμι < αρχαία αιγυπτιακή qmy (έλαιο επίχρισης / επάλειψης)
- καιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό
- για φαρμακευτική χρήση ως αλοιφή ή αφέψημα
- ως συντηρητικό σε οτιδήποτε (τρόφιμα, κατασκευές, ταρίχευση κ.λπ.)
- ως μονωτικό
- ως στερεωτικό προηγούμενων εποχώ (σε πρωτόγονα ή αρχαία αντικείμενα
Τύποικόμμι(singular-only, neuter)