Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΠΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κόποι
noun
κόποι
—
Οι κόποι είναι οι προσπάθειες και η σκληρή δουλειά που καταβάλλει κάποιος για να πετύχει κάτι.
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#162 · 28 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις