Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΠΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κόπρο
noun
κόπρο
—
Κόπρος: περιττώματα, κυρίως ζώων· κοπριά.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1311 · 20 Ιανουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις