Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΟΠΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κόπων
noun
κόπων
—
Γενική πληθυντικού του «κόπος»: προσπάθειες ή δυσκολίες που καταβάλλονται για κάτι.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1524 · 21 Αυγούστου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις