WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κύστη

κύστηυμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη

Wiktionary →
Daily Puzzle #1759 · 13 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet