Originκύστη < αρχαία ελληνική κύστις < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι)
- υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
- θύλακας ελαστικός, φούσκα
- νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
- ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους
Formsκύστη(singular, nominative) · κύστεις(nominative, plural) · κύστης(genitive, singular) · κύστεων(genitive, plural) · κύστη(accusative, singular) · κύστεις(accusative, plural) · κύστη(singular, vocative) · κύστεις(vocative, plural) · κύστη(feminine)