ˈko.los
Ετυμολογίακώλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < ελληνιστική κοινή κῶλος (πρωκτός) < αρχαία ελληνική κῶλον (μέρος, τμήμα σώματος). Εναλλαγή κωλ-, κολ- (κόλον (τμήμα του παχέος εντέρου) πιθανόν με την επίδραση της λατινικής cūlus (πρωκτός)
- ο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου
“Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.”
- figurativelyτο μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια
“Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.”
- singularο πρωκτός
- figurativelyτο πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου
“ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού”
- figurativelyο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού
“Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.”
Τύποικώλος(singular, nominative) · κώλοι(nominative, plural) · κώλου(genitive, singular) · κώλων(genitive, plural) · κώλο(accusative, singular) · κώλους(accusative, plural) · κώλε(singular, vocative) · κώλοι(vocative, plural) · κώλος(masculine)