WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κώνου

noun

κώνουΓενική ενικού του «κώνος»: σχήμα/αντικείμενο με κυκλική βάση που καταλήγει σε κορυφή (π.χ. χωνάκι).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #72 · 30 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα